ευλάβεια


ευλάβεια
[эвлавиа] ουσ. Θ. почтение, набожность,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ευλάβεια" в других словарях:

  • εὐλαβείᾳ — εὐλαβείᾱͅ , εὐλάβεια discretion fem dat sg (attic doric aeolic) εὐλαβείᾱͅ , εὐλάβεια discretion fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευλάβεια — η благочестие, набожность …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὐλάβεια — discretion fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευλάβεια — η (ΑΜ εὐλάβεια, Α ιων. τ. εὐλαβίη) [ευλαβής] 1. το ήθος και ο τρόπος τού ευλαβούς, ο σεβασμός, η ευσέβεια προς τα θεία, η θεοσέβεια (α. «τὴν περὶ τὸ θεῑον εὐλάβειαν ἐπιχλευάσας», Πλούτ. β. «ἐκανε μ ευλάβεια το σταυρό του») 2. ο φόβος, το δέος… …   Dictionary of Greek

  • ευλάβεια — η 1. προσοχή σε ξένα πράγματα. 2. σεβασμός προς τους ανθρώπους και τα θεία, αλλ. ευσέβεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐλαβείας — εὐλαβείᾱς , εὐλάβεια discretion fem acc pl εὐλαβείᾱς , εὐλάβεια discretion fem gen sg (attic doric aeolic) εὐλαβείᾱς , εὐλάβεια discretion fem acc pl (ionic) εὐλαβείᾱς , εὐλάβεια discretion fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλαβείαι — εὐλαβείᾱͅ , εὐλάβεια discretion fem dat sg (attic doric aeolic) εὐλαβείᾱͅ , εὐλάβεια discretion fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλαβείαις — εὐλάβεια discretion fem dat pl εὐλάβεια discretion fem dat pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλαβείης — εὐλάβεια discretion fem gen sg (epic ionic) εὐλάβεια discretion fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλάβειαι — εὐλάβεια discretion fem nom/voc pl εὐλάβεια discretion fem nom/voc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)